Ακάρεα Ελιάς

 

Το άκαρι είναι μικρό αρθρόποδο (περίπου το 80% όλων των ειδών ζώων, που ζουν σήμερα, είναι αρθρόποδα) και ταξινομείται μαζί με το τσιμπούρι στα ακάρεα. Είναι το πιο ποικιλόμορφο από τα αραχνοειδή και ενώ το τσιμπούρι φαίνεται εύκολα, ένα άκαρι γίνεται δύσκολα ορατό με το ανθρώπινο μάτι καθώς έχει μέγεθος μικρότερο, συνήθως, από ένα χιλιοστό του μέτρου. Μερικά είδη μπορούν να φτάσουν τα 20 χιλιοστά και άλλα, με μέγεθος μόλις 0,08 του χιλιοστόμετρου, μπορούν να κάνουν φωλιά ακόμη και στο θύλακα μιας ανθρώπινης τρίχας. Τα ακάρεα βρίσκονται σχεδόν παντού στη βιόσφαιρα του πλανήτη μας, σε βάθος ακόμη και ως 10 μέτρα μέσα σε έδαφος με ανόργανα υλικά, σε πολικές ή τροπικές περιοχές και ερήμους, σε κρύες ή θερμές πηγές, σε θαλάσσια βάθη ως και 5.000 μέτρα κλπ.

Όπως όλα τα ακάρεα, το άκαρι δεν έχει εντομές που να χωρίζουν τον κεφαλοθώρακα (πρόσωμα) από το οπισθόσωμα (κοιλιά), όπως τα υπόλοιπα αραχνοειδή (π.χ. αράχνη) αλλά τα δύο αυτά μέρη είναι ενωμένα συμπαγώς με μια ανεπαίσθητη ραφή. Ξεχωρίζει όμως το γναθόσωμα, το μέρος από το οποίο τρέφεται το άκαρι, το οποίο προεξέχει από το υπόλοιπο κύριο σώμα του, το ιδιόσωμα. Το ενήλικο άκαρι έχει συνήθως 4 ζεύγη πόδια, όπως τα αραχνοειδή, όμως μερικά είδη έχουν 3 ή και 2 ζεύγη πόδια και μερικά στην ενηλικίωση μένουν με ένα μόνο ζεύγος πόδια. Το γναθόσωμα στο κάθε άκαρι έχει προσαρμοστεί στον τρόπο που τρέφεται ώστε να μπορεί να δαγκώνει, να κεντρίζει, να πριονίζει ή και να ρουφά. Η αναπνοή γίνεται μέσω μικρών ανοιγμάτων στον εξωσκελετό τους ή και από το ίδιο το κέλυφός του.

Στο υπέργειο μέρος της ελιάς ( κορμό, βραχίονες, κλάδους, φύλλα, άνθη, καρπούς ) βρίσκεται ένας αριθμός ειδών φυτοφάγων ακάρεων που ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά στις οικογένειες Tenuipalpidae, Eriophyidae και Τetranychidae.

Τα Tenuipalpidaeτα οποία κατά κανόνα δεν αναπτύσσουν υψηλούς πληθυσμούς και δεν παρουσιάζονται ως επιζήμια στα ελαιόδεντρα, φαίνεται ότι διαχειμάζουν ως γονιμοποιημένα θηλυκά, αναπτύσσουν ένα αριθμό ( π.χ 5 γενεών ) το έτος και προτιμούν να ζουν στο φλοιό κλάδων των ελαιόδεντρων. Στην Ελλάδα το B. spaticus βρέθηκε μόνο στον κορμό ενώ όλα τα άλλα είδη μπορεί να βρεθούν σε όλα τα πράσινα μέρη του δέντρου ( κλάδοι, οφθαλμοί, φύλλα, ταξιανθίες, καρποί ) όπου μπορεί εφόσον οι πληθυσμοί είναι υψηλοί να προκαλέσουν συνήθως κηλιδώσεις ή σπανιότερα παραμορφώσεις και ξηράνσεις.

Η οικογένεια Eriophyidae είναι μια οικογένεια με περισσότερα από 200 γένη ακάρεων , τα οποία ζουν ως φυτικά παράσιτα , προκαλώντας συχνά Κεκίδια (ένα είδος διογκώσεως που αναπτύσσεται στους εξωτερικούς ιστούς φυτών, μυκήτων ή ζώων) ή άλλες βλάβες στους φυτικούς ιστούς και ως εκ τούτου γνωστές ως ακάρεα των χοίρων. Τα Eriophyidae είναι πολύ μικρού μεγέθους ακάρεα, όπου το μέσο μήκος του σώματος των ακμαίων είναι γύρω στα 200 μm, ενώ μπορεί να κυμανθεί από 80 έως 500 μm. To ιδιόσωμα των προνυμφικών και των μεταγενέστερων ατελών σταδίων, όπως και του ακμαίου, είναι σκωληκόμορφο, με επιμηκυσμένο και εγκαρσίως δακτυλιωτό υστερόσωμα και τέσσερις μόνο πρόσθιους πόδες. Το γεννητικό άνοιγμα στα ενήλικα και των δύο φύλων τοποθετείται πολύ κοντά πίσω από τις βάσεις των ποδών. Τα ακάρεα αυτά είναι άχροα ή ελαφρώς ωχροκίτρινα και στερούνται αναπνευστικού συστήματος (πραγματοποιείται δερμική αναπνοή). Τα αυγά τους είναι σφαιρικά ή ελλειπτικά, ημιδιαφανή, μεγέθους 20 – 60 μm. Έχουν περιγραφεί περίπου 3.600 είδη, αλλά πιθανότατα είναι λιγότερο από το 10% του πραγματικού αριθμού που υπάρχει σε αυτή την οικογένεια που δεν έχει ερευνηθεί καλά. Είναι μικροσκοπικά ακάρεα και είναι κίτρινα έως ροζ λευκά έως μοβ χρώματα. Τα ακάρεα είναι τύπου σκουλήκι και έχουν μόνο δύο ζεύγη ποδιών. Η κύρια μέθοδος εξάπλωσής τους είναι ο αέρας. Αντιμετωπίζουν ένα ευρύ φάσμα φυτών και μερικά είναι σημαντικά είδη επιβλαβών οργανισμών που προκαλούν σημαντική οικονομική ζημία στις καλλιέργειες. Ορισμένα είδη, ωστόσο, χρησιμοποιούνται ως βιολογικοί παράγοντες για τον έλεγχο των ζιζανίων και των επεμβατικών ειδών φυτών.

Διαχειμάζει ως θηλυκό κάτω από τις αστεροειδείς τρίχες της κάτω επιφάνεια των φύλλων. Νωρίς την άνοιξη μετακινούνται προς τη νέα βλάστηση, όπου προσβάλλουν νεαρά φύλλα, άνθη και αργότερα τους νεαρούς καρπούς της ελιάς. Κατά την περίοδο του σχηματισμού των ανθοταξιών και των νεαρών καρπών το σύνολο σχεδόν των ακάρεων βρίσκεται στις ταξιανθίες (κυρίως εντός των ανθέων) και βρίσκονται σε μέγιστη δραστηριότητα προκαλώντας ανθόπτωση και πρόωρη καρπόπτωση ενώ αργότερα μετακινούνται στους μικρούς καρπούς. Όταν οι καρποί μεγαλώσουν, τα ακάρεα μετακινούνται στην νεαρή βλάστηση (φύλλα, βλαστικές κορυφές). Σε ευνοϊκά για την ανάπτυξη τους περιβάλλοντα (θερμά και με υψηλή υγρασία), ο βιολογικός κύκλος διαρκεί μόνο μερικές ημέρες και μπορεί έτσι να αναπτύσσονται πολλές γενιές, π.χ 15 γενιές τον χρόνο.

Η προσβολή γίνεται εμφανής στα ώριμα φύλλα ως διάστικτη χλώρωση στην πάνω επιφάνεια. Στα νεαρά δέντρα και στα φυτώρια, σοβαρές προσβολές μπορεί να προκαλέσουν σημαντική φυλλόπτωση με επιπτώσεις στην ανάπτυξη.

Ο βιολογικός κύκλος των Eriophyidae, όπως όλων των Eriophyoidea, περιλαμβάνει τα στάδια του αυγού, της προνύμφης, της νύμφης και του ακμαίου. Υπάρχουν βεβαίως και δύο ακίνητες μορφές, της νυμφοχρυσαλίδας και της ακμαιοχρυσαλίδας (ψευδοπλαγγόνας), που παρεμβάλλονται μεταξύ της προνύμφης και της νύμφης καθώς και μεταξύ της νύμφης και του ακμαίου αντίστοιχα. Πέραν όμως της παρουσίας μιας μορφής θηλυκού, πολλές φορές απαντούν δύο τύποι, το πρωτόγυνο και το δευτερόγυνο, με αποτέλεσμα ο βιολογικός κύκλος να καθίσταται πιο σύνθετος. Σε αυτή την περίπτωση, τα πρωτόγυνα θηλυκά τρέφονται επί του φυλλώματος ή άλλων εύχυμων και ζωηρών φυτικών ιστών των ξενιστών τους, όπου αναπαράγονται κανονικά και εναποθέτουν τα αυγά τους εντός της καλλιεργητικής περιόδου. Τα δευτερόγυνα εμφανίζονται στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου (τέλη καλοκαιριού) και συγκεντρώνονται σε ξηρά φυτικά υπολείμματα (οφθαλμοί), στα οποία διαχειμάζουν, αφού προηγουμένως έχουν γονιμοποιηθεί. Την επόμενη άνοιξη, τα δευτερόγυνα μεταναστεύουν από τις θέσεις διαχείμασης και εγκαθίστανται στη νέα τρυφερή βλάστηση, επί της οποίας τρέφονται και ωοτοκούν, οπότε παράγονται άρρενα και πρωτόγυνα θήλεα. Σε σχέση με τα πρωτόγυνα, τα δευτερόγυνα έχουν μικρότερο αριθμό μικροφυματίων. στενότερους τεργίτες, ενώ ο νωτιαίος θυρεός δεν παρουσιάζει πλούσιο διάκοσμο. Ο σκοπός ύπαρξης των δευτερόγυνων είναι ότι παρέχουν στα ακάρεα τη δυνατότητα επιβίωσης σε αντίξοες περιβαλλοντικές συνθήκες. Η διαμόρφωση του σώματος τους είναι τέτοια ώστε να προσδίδει σε αυτά προστασία από την απώλεια σωματικών υγρών, όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες κατά το θέρος ή χαμηλές το φθινόπωρο και το χειμώνα.

 

42 σχόλια σχετικά με το “Ακάρεα Ελιάς”

  1. Cool. I spent a long time looking for relevant content and found that your article gave me new ideas, which is very helpful for my research. I think my thesis can be completed more smoothly. Thank you.

  2. After reading your article, it reminded me of some things about gate io that I studied before. The content is similar to yours, but your thinking is very special, which gave me a different idea. Thank you. But I still have some questions I want to ask you, I will always pay attention. Thanks.

  3. Thank you for your sharing. I am worried that I lack creative ideas. It is your article that makes me full of hope. Thank you. But, I have a question, can you help me?

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.